Das Kulturministerium führt über die zuständige Ephorie für Altertümer Phthiotis die Sanierung und Restaurierung der Phokäischen Mauer durch, eines der bedeutendsten Denkmäler der historischen Topographie der Thermopylen, da hier die letzte Phase der Schlacht zwischen Griechen und Persern stattfand.
Aktuell – Die Mauer befindet sich derzeit in einem mäßigen bis schlechten Erhaltungszustand, da die langjährige Einwirkung von Witterungseinflüssen und Erdbeben erhebliche Schäden verursacht hat. Das Projekt ist Teil eines umfassenderen Plans zur Zusammenführung, zum Schutz und zur Förderung der Denkmäler und archäologischen Stätten der Thermopylen mit dem Ziel, die Topographie des Gebiets besser zu verstehen und das Besuchererlebnis zu verbessern.

Kulturministerin Lina Mendoni erklärte: „Thermopylae ist ein Ort von einzigartiger historischer und symbolischer Bedeutung, untrennbar verbunden mit einer der wichtigsten Schlachten der Antike. Die phokische Mauer nahe des Hügels Kolonos, wo die letzte Phase der Schlacht stattfand, ist ein bedeutendes Zeugnis der antiken Befestigungsanlagen von Thermopylae. Heute ist sie jedoch schwer erkennbar und kann nicht besichtigt werden. Ihre Restaurierung und Sicherung unter Wahrung der Authentizität und unter Einhaltung internationaler Restaurierungsrichtlinien trägt nicht nur zum Erhalt des Denkmals, sondern auch zur besseren Erschließung des Gebiets bei. Die archäologischen Voruntersuchungen haben das wissenschaftliche Wissen über Aufbau, Nutzungsphasen und Funktion der Mauer wesentlich erweitert, während die geplanten Maßnahmen den Schutz und die langfristige Erhaltung ihrer authentischen Elemente gewährleisten. Unser Ziel ist es, alle Denkmäler, die die Geschichte der Region prägen, zu schützen und hervorzuheben und sie der Öffentlichkeit so zu präsentieren, dass die Besucher die Zeitlosigkeit und Bedeutung dieses Ortes erfassen können. Die Restaurierung der phokischen Mauer ist Teil dieser Initiative.“ Ein umfassender Plan sieht die Zusammenführung und Vermarktung der Denkmäler von Thermopylae sowie die Vernetzung der einzelnen Sehenswürdigkeiten durch ein Netz von Routen und Wanderwegen, Haltepunkten, Aussichts- und Informationsbereichen vor. Das Schlachtfeld, der Hügel von Kolonos und die Phokäische Mauer werden mit dem modernen Leonidas-Denkmal und dem Historischen Informationszentrum von Thermopylae verbunden. So entsteht ein einheitlicher, organisierter und zugänglicher archäologischer Komplex, der der historischen und globalen Bedeutung von Thermopylae gerecht wird.
Gemäß den genehmigten Gutachten ist die Rekonstruktion und Restaurierung der Steinstrukturen geplant. Dabei sollen die vorhandenen authentischen Baumaterialien verwendet und an ihren ursprünglichen oder dokumentierten neuen Standorten wiederverwendet werden. Auch die Aufstellung verstreuter Steine und die Wiederherstellung der ursprünglichen Geometrie sind vorgesehen. Die geplanten Maßnahmen dienen dem Schutz der authentischen Überreste, der Sicherung der Stabilität des Denkmals und der Wiederherstellung der Erkennbarkeit seiner Form und Gebäudestruktur.
Die archäologische Stätte der Thermopylen umfasst die drei Meerengen, die Herodot in seinem Bericht über die Schlacht zwischen Griechen und Persern im Jahr 480 v. Chr. erwähnt (Westliche, Mittlere und Östliche Meerenge). In der Mittleren Meerenge, wo sich die namensgebenden Thermalquellen befinden, steht die wichtigste Befestigungsanlage der Region, die sogenannte Phokische Mauer, die Herodot ebenfalls so nennt. Die Mauer liegt südwestlich des Hügels Kolonos und wurde im 6. Jahrhundert v. Chr. von den Phokern errichtet, um die Überfälle der Thessalier während der Heiligen Kriege abzuwehren. Als die griechischen Städte 480 v. Chr. beschlossen, sich der persischen Invasion entgegenzustellen, wurde diese alte Mauer notdürftig repariert und von den Spartanern und ihren Verbündeten als Hauptbastion zur Verteidigung der Thermopylen genutzt. Dahinter errichteten die Spartaner ihr Lager. Die letzte Phase der Schlacht fand 480 v. Chr. im Gebiet des Hügels von Kolonos statt. Das Bild der Gegend hat sich von der Antike bis heute grundlegend gewandelt. In der Antike führte der Landweg der Thermopylen, die wichtigste Verbindung zwischen Südgriechenland und Thessalien, wie Herodot berichtet, über eine Länge von 9 km durch drei aufeinanderfolgende Engstellen zwischen den steilen Hügelketten der Region, da das Meer fast das gesamte Gebiet der heutigen Ebene bedeckte.
Systematische archäologische Untersuchungen in dem Gebiet wurden 1939 von Spyridon Marinatos initiiert. Die Entdeckung zahlreicher Eisen- und Bronzespeere und Pfeilspitzen aus dem 5. Jahrhundert v. Chr. auf dem Hügel von Kolonos, von denen viele östlichen Typen angehören, trug entscheidend zur Dokumentation der historischen Topographie des Gebiets und dessen Identifizierung mit dem Schlachtfeld der Thermopylen bei. Die phokische Mauer ist etwa 100 Meter langgestreckt und weist einen stark gewundenen Grundriss auf, der der Morphologie des Hügelkamms angepasst ist. Die heute erhaltenen Überreste der Mauer und des Turms befinden sich hauptsächlich in niedriger Lage. Im Rahmen der ersten Projektphase wurden eine Ausgrabungsbegehung und umfangreiche Rodungsarbeiten durchgeführt, wodurch der wahre Umriss der Befestigungsanlage freigelegt und der Zugang sowie die Sichtbarkeit des Monuments verbessert wurden. Durch archäologische Profile entlang der Mauer und des Westturms wurden dessen Fundament und Konstruktionsaufbau untersucht. Dabei wurden große Ansammlungen von herabgestürzten Steinen freigelegt, die für die Restaurierungsarbeiten separiert und dokumentiert wurden. Im Westturm wurden inneres Mauerwerk, Pithoi und Brandschichten freigelegt, die auf eine komplexe und aufeinanderfolgende Nutzung hinweisen. Gleichzeitig wurden bedeutende bewegliche Fundstücke geborgen, darunter eine Bronzemünze aus hellenistischer Zeit (323–319 v. Chr.), die zur Erforschung der Datierung und der späteren Nutzung der Befestigungsanlage beiträgt. (opm)

Αποκατάσταση του τείχους των Φωκέων, όπου εκτυλίχθηκε η μάχη των Θερμοπυλών
Το Υπουργείο Πολιτισμού προχωρεί, διά της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων Φθιώτιδας, στη στερέωση και αποκατάσταση του τείχους των Φωκέων, ενός από τα σημαντικότερα μνημεία της ιστορικής τοπογραφίας Θερμοπυλών, καθώς εκεί εκτυλίχθηκε η τελική φάση της μάχης των Ελλήνων εναντίον των Περσών.
Το τείχος παρουσιάζει σήμερα μέτρια έως κακή κατάσταση διατήρησης, καθώς η μακραίωνη έκθεσή του στις καιρικές συνθήκες και οι σεισμικές καταπονήσεις έχουν προκαλέσει σημαντικές φθορές. Το έργο εντάσσεται σε έναν συνολικότερο σχεδιασμό για την ενοποίηση, προστασία και ανάδειξη των μνημείων και των σημείων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος των Θερμοπυλών με στόχο την καλύτερη κατανόηση της τοπογραφίας της περιοχής αλλά και την αναβάθμιση της εμπειρίας του επισκέπτη.
Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε: «Οι Θερμοπύλες είναι ένας τόπος με μοναδικό ιστορικό και συμβολικό βάρος, άρρηκτα συνδεδεμένος με μία από τις σημαντικότερες μάχες της αρχαιότητας. Το τείχος των Φωκέων, κοντά στο ύψωμα του Κολωνού, όπου εκτυλίχθηκε η τελική φάση της μάχης, αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της αρχαίας οχύρωσης των Θερμοπυλών. Σήμερα, ωστόσο, παραμένει δύσκολα αναγνωρίσιμο και μη επισκέψιμο. Η αποκατάσταση και η στερέωσή του, με σεβασμό στην αυθεντικότητα και στις διεθνείς αρχές της αναστήλωσης, συμβάλλει όχι μόνο στη διαφύλαξη του μνημείου, αλλά και στην αναγνωσιμότητα της περιοχής. Η αρχαιολογική έρευνα, που προηγήθηκε των επεμβάσεων, εμπλούτισε σημαντικά την επιστημονική γνώση για την οργάνωση, τις φάσεις χρήσης και τη λειτουργία του τείχους, ενώ οι προβλεπόμενες επεμβάσεις διασφαλίζουν την προστασία και τη μακροπρόθεσμη διατήρηση των αυθεντικών στοιχείων του. Στόχος μας είναι η προστασία και ανάδειξη του συνόλου των μνημείων που συγκροτούν την ιστορία της περιοχής και η απόδοσή τους στο κοινό με τρόπο που να επιτρέπει στον επισκέπτη να κατανοήσει τη διαχρονία και τη σημασία του τόπου. Η αποκατάσταση του τείχους των Φωκέων αποτελεί μέρος του ευρύτερου σχεδιασμού για την ενοποίηση και ανάδειξη των μνημείων των Θερμοπυλών και τη σύνδεση των επιμέρους σημείων ενδιαφέροντος μέσω ενός δικτύου διαδρομών και μονοπατιών περιπάτου, χώρων στάσης, θέασης και ενημέρωσης. Το πεδίο της μάχης, το ύψωμα του Κολωνού και το τείχος των Φωκέων θα συνδέονται με το σύγχρονο Ηρώο του Λεωνίδα και το Κέντρο Ιστορικής Ενημέρωσης Θερμοπυλών, δημιουργώντας ένα ενιαίο, οργανωμένο, και επισκέψιμο αρχαιολογικό σύνολο, αντάξιο της ιστορικής και παγκόσμιας σημασίας των Θερμοπυλών».
Σύμφωνα με τις εγκεκριμένες μελέτες, προβλέπεται η ανάταξη και αποκατάσταση των λιθοδομών με αξιοποίηση του διαθέσιμου αυθεντικού δομικού υλικού, το οποίο θα επανατοποθετηθεί στις αρχικές ή στις τεκμηριωμένα νέες θέσεις του. Προβλέπεται, επίσης, η αναστήλωση διάσπαρτων λίθων και η αποκατάσταση της γεωμετρίας του. Οι προγραμματιζόμενες επεμβάσεις αποσκοπούν στην προστασία των αυθεντικών καταλοίπων, στην εξασφάλιση της ευστάθειας του μνημείου και στην αποκατάσταση της αναγνωσιμότητας της μορφής και της οικοδομικής του οργάνωσης.
Ο κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος των Θερμοπυλών περιλαμβάνει τα τρία στενά που αναφέρονται από τον Ηρόδοτο κατά την εξιστόρηση της μάχης του 480 π.Χ. μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών (Δυτικό, Μεσαίο και Ανατολικό Στενό). Στο Μεσαίο Στενό, όπου βρίσκονται οι θερμές πηγές από τις οποίες πήρε το όνομά της η περιοχή, εντοπίζεται και το σημαντικότερο οχυρωματικό έργο του χώρου, το λεγόμενο τείχος των Φωκέων, που ο Ηρόδοτος ονομάζει «φωκικόν τείχος». Το τείχος βρίσκεται νοτιοδυτικά του λόφου του Κολωνού και πρόκειται για ένα οχυρωματικό έργο που κατασκευάστηκε κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. από τους Φωκείς για να αναχαιτίσουν τις επιδρομές των Θεσσαλών στο πλαίσιο των Ιερών Πολέμων. Όταν το 480 π.Χ. οι ελληνικές πόλεις αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν την περσική εισβολή, το παλαιό αυτό τείχος επισκευάστηκε πρόχειρα και χρησιμοποιήθηκε από τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους ως βασικός προμαχώνας της άμυνας των Θερμοπυλών. Πίσω από αυτό είχε στηθεί το στρατόπεδο των Σπαρτιατών. Στην περιοχή του λόφου του Κολωνού εκτυλίχθηκε η τελευταία φάση της μάχης, το 480 π.Χ.. Η εικόνα της περιοχής έχει μεταβληθεί ριζικά από την αρχαιότητα έως σήμερα. Στην αρχαιότητα το χερσαίο πέρασμα των Θερμοπυλών που εξυπηρετούσε την κύρια επικοινωνία μεταξύ νοτίου Ελλάδας και Θεσσαλίας περνούσε, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, από τα τρία διαδοχικά στενά σε μήκος 9 χλμ. μεταξύ των απότομων λοφοσειρών της περιοχής αφού η θάλασσα κάλυπτε σχεδόν όλη την έκταση που σήμερα βρίσκεται η πεδιάδα.
Η συστηματική αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή οργανώθηκε, το 1939, από τον Σπυρίδωνα Μαρινάτο. Η ανεύρεση στον λόφο του Κολωνού πλήθους σιδερένιων και χάλκινων λογχών και αιχμών βελών του 5ου αι. π.Χ., πολλές από τις οποίες ανήκουν σε ανατολικούς τύπους, συνέβαλε καθοριστικά στην τεκμηρίωση της ιστορικής τοπογραφίας της περιοχής και στην ταύτισή της με το πεδίο της μάχης των Θερμοπυλών. Το τείχος των Φωκέων έχει επιμήκη ανάπτυξη, μήκους περίπου 100 μέτρων, με έντονα τεθλασμένη κάτοψη, προσαρμοσμένη στη μορφολογία της κορυφής του λόφου. Τα κατάλοιπα του τείχους και του πύργου που σώζονται σήμερα διατηρούνται κυρίως σε χαμηλή στάθμη. Στο πλαίσιο της πρώτης φάσης του έργου πραγματοποιήθηκε ανασκαφική έρευνα και εκτεταμένος καθαρισμός της βλάστησης, αποκαλύπτοντας το πραγματικό περίγραμμα της οχύρωσης και βελτιώνοντας την πρόσβαση και την ορατότητα του μνημείου. Μέσω αρχαιολογικών τομών κατά μήκος του τείχους και του δυτικού πύργου διερευνήθηκαν η έδραση και η κατασκευαστική του οργάνωση, ενώ αποκαλύφθηκαν εκτεταμένες συγκεντρώσεις πεσμένων λίθων, οι οποίες διαχωρίστηκαν και τεκμηριώθηκαν για την προετοιμασία των αναστηλωτικών επεμβάσεων. Στον δυτικό πύργο εντοπίστηκαν εσωτερικές τοιχοποιίες, πίθοι και στρώματα καύσης, που μαρτυρούν σύνθετες και διαδοχικές χρήσεις. Παράλληλα, συγκεντρώθηκε σημαντικό κινητό υλικό, μεταξύ άλλων χάλκινο νόμισμα της ελληνιστικής περιόδου (323–319 π.Χ.), που συμβάλλει στη διερεύνηση της χρονολόγησης και της μεταγενέστερης χρήσης της οχύρωσης.




