Ausstellung repatriierter Reliquien im Museum für byzantinische Kultur in Thessaloniki eröffnet

Lina Mendoni: „Nach 109 Jahren kehren wertvolle historische und kirchliche Reliquien, Dokumente des Glaubens und der Geschichte Mazedoniens an ihren angestammten Platz zurück.“

Thessaloniki – In einer Atmosphäre der Rührung, der historischen Wiedergutmachung und der moralischen Genugtuung eröffnete Kulturministerin Lina Mendoni die Sonderausstellung von 48 kirchlichen Reliquien im Museum für Byzantinische Kultur in Thessaloniki. Diese waren 1917 aus den Heiligen Klöstern Makedoniens entfernt und nach Bulgarien gebracht worden. Nach 109 Jahren kehrten die kostbaren Dokumente des orthodoxen Glaubens, der spirituellen Tradition und des kulturellen Erbes des Landes nach Griechenland zurück und stellten damit eine historische Verbindung wieder her, die in unserem kollektiven Gedächtnis nie abgebrochen war. Ihre Rückkehr und ihre erste Ausstellung im Museum wurden von institutionellen Vertretern, Hierarchen, Geistlichen und der Klostergemeinschaft mit sichtlicher Rührung und Zufriedenheit begrüßt. Sie erkannten darin einen Akt der historischen Wiederherstellung und Wiedergutmachung, aber auch die Rückführung der kostbaren kirchlichen Reliquien in ihre historischen Klöster. Die Rückgabe der Reliquien erfolgte auf Grundlage einer Vereinbarung, die am 29. September 2026 zwischen den Kulturministern Griechenlands und Bulgariens unterzeichnet wurde.

Foto: Griechisches Kulturministerium

In ihrer Rede sagte Kulturministerin Lina Mendoni: „Dieses Abkommen bringt uns der Rückforderung der restlichen Reliquien näher als je zuvor. Ihre Rückgabe bedeutet indirekt die Anerkennung ihres Eigentums durch Griechenland. Wir sollten uns Folgendes vor Augen halten: Nach 109 Jahren sieht das Abkommen vor, dass dies – über die Rückgabe dieser Reliquien hinaus – erst der Anfang ist. Denn nun kann das geschehen, was aus wissenschaftlich-ethischer Sicht nicht möglich war: nämlich dass unsere Wissenschaftler die Institutionen und Museen Bulgariens besuchen, um weitere Werke, Objekte und Manuskripte zu sichten und zu dokumentieren. Dies sind keine einfachen Verfahren, aber der Auftrag des Premierministers an das Kulturministerium lautet, alle Möglichkeiten der Dokumentation dieser Reliquien auszuschöpfen. Und ich stelle hier die Frage: Wem ist es in all den Jahren gelungen, auch nur eine dieser gestohlenen Reliquien zurückzuerhalten? Was in den vergangenen Jahren zurückgeführt wurde, stammte vom Kunstmarkt.“

Die 48 Reliquien, die aus dem Heiligen Kloster Panagia Eikosiphoinissa, dem Heiligen Kloster Timios Prodromos von Serres und der Heiligen Metropolie von Serres und Nigritis sowie dem Heiligen Kloster der Metamorphose des Sotiros Naoussa stammten, wurden 1917 nach Sofia überführt und im Nationalen Historischen Museum Bulgariens ausgestellt bzw. aufbewahrt. Griechenland seinerseits übergab Bulgarien die Reliquien, die 1965 von Professor Nikolaos Moutsopoulos in der Basilika des Heiligen Achilles gefunden und als Reliquien von Zar Samuel von Bulgarien (997–1014) identifiziert wurden, zusammen mit weiteren anthropologischen Fundstücken aus insgesamt vier Sarkophagen in der Basilika, die möglicherweise mit seinen Verwandten in Verbindung stehen. Diese Reliquien wurden in den letzten Jahren im Museum für Byzantinische Kultur in Thessaloniki aufbewahrt. Ihre Überführung an das bulgarische Kulturministerium steht im Einklang mit der modernen internationalen Praxis, die die Bedeutung menschlicher Überreste nicht nur als archäologische Funde, sondern auch als Elemente kultureller Identität, historischer Erinnerung und Kontinuität anerkennt.

Die Philosophie der Ausstellung und die ausgestellten Objekte aus den Klöstern, aus denen sie stammen, wurden von Flora Karagianni, der Direktorin des Byzantinischen Museums von Thessaloniki, vorgestellt. Die Zuordnung der Objekte zu ihren historischen Ursprüngen wurde anhand der Inschriften auf den Objekten selbst sowie der verfügbaren Bibliografie dokumentiert.

Die Objekte gehören verschiedenen Kategorien an und decken einen weiten chronologischen Zeitraum ab. Es handelt sich um Gebrauchsgegenstände, die hauptsächlich aus den beiden historischen Klöstern Timios Prodromos von Serres und Panagia Eikosifonissa stammen. Sie umfassen kirchliche Gefäße, Tabletts, einen Kelch, Reliquiare, Ikonen, Altäre, Messgewänder, einen kompletten Bischofsthron, ein Portal und ein Lesepult. Chronologisch gehört diese Ausstattung in die nachbyzantinische Zeit, vom 16. bis zum 19. Jahrhundert. Zu den herausragenden Exponaten zählen insbesondere:

Liturgische Gefäße und Kultgegenstände: Kreuzkästen, Reliquiare (viele davon beschriftet und dem Kloster Eikosifonissa zugeschrieben), Litanei- und Weihekreuze sowie ein Kelch. Einen besonderen Platz nehmen die außergewöhnlichen Friese der Metropolie Serres und des Klosters Timios Prodromos mit ihren Emaille-Einlagen sowie die beeindruckende Holztür desselben Tempels ein.

Foto: Griechisches Kulturministerium

Tragbare Ikonen und Messgewänder: Heilige Ikonen (einschließlich ihrer Hüllen/„Hemden“) und seltene hierarchische Messgewänder. Darunter stechen zwei außergewöhnliche Kniebänke aus dem Kloster Eikosifonissa hervor, von denen eine eine Inschrift trägt, die ihre Echtheit belegt, sowie den Namen des Handwerkers Argyrou aus Konstantinopel.

Silberschmiedearbeiten: Beeindruckende, signierte Silberschmiedearbeiten, gefertigt von renommierten Silberschmieden aus der Region Epirus und insbesondere aus Linotopi.

Das Museum für byzantinische Kultur beherbergt die Reliquien in der Halle für Wechselausstellungen. Nach dem 5. November kehren sie in die historischen Klöster und Kirchen zurück, zu denen sie gehören.

An der Einweihungszeremonie nahmen der Metropolit von Thessaloniki, Herr Philotheos, der Metropolit von Neapolis und Stavroupolis, Herr Varnavas, der Metropolit von Serres und Nigrita, Herr Theologos, der Bischof von Domenikos, Herr Athenagoras, als Vertreter des Metropoliten von Veria, Naoussa und Kampanien, der Bischof von Amorion und Abt des Heiligen Klosters Vlatadon, Herr Nikiforos, ein Vertreter des Metropoliten von Drama, die Äbtissin des Heiligen Klosters des Heiligen Vorläufers von Serres, Fevronia, mit ihrem Gefolge und die Äbtissin des Heiligen Klosters Panagia Eikosiphoinissa, Antonini, mit ihrem Gefolge teil. Die Veranstaltung wurde durch die Anwesenheit des stellvertretenden Außenministers Tasos Hadjivassiliou, des stellvertretenden Innenministers Konstantinos Gkoulekas, des stellvertretenden Entwicklungsministers Stavros Kalafatis, der Abgeordneten Dimitris Kyriazidis, Dimitris Kouvelas, Fotini Arabatzi und Angeliki Delikari, des Bürgermeisters von Thessaloniki Stelios Angeloudis und des Kommandeurs der ASDIM, Generalleutnant Grigori Boundiliakis, geehrt. (opm)


Εγκαίνια έκθεσης επαναπατρισθέντων κειμηλίων στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στη Θεσσαλονίκη

Λίνα Μενδώνη: «Μετά από 109 χρόνια πολύτιμα ιστορικά και εκκλησιαστικά κειμήλια, τεκμήρια της πίστης και της ιστορίας της Μακεδονίας επιστρέφουν εκεί όπου ανήκουν»

Σε κλίμα συγκίνησης, ιστορικής δικαίωσης και ηθικής ικανοποίησης, η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη εγκαινίασε την περιοδική έκθεση των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη, που αποσπάστηκαν, το 1917, από Ιερές Μονές της Μακεδονίας και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία. Μετά από 109 χρόνια, τα πολύτιμα τεκμήρια της ορθόδοξης πίστης, της πνευματικής παράδοσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου, επέστρεψαν στην Ελλάδα αποκαθιστώντας έναν ιστορικό δεσμό που δεν διακόπηκε ποτέ στη συλλογική μας μνήμη. Την επιστροφή τους και την πρώτη έκθεσή τους στο Μουσείο υποδέχθηκαν, με έκδηλη συγκίνηση και ικανοποίηση, τόσο θεσμικοί εκπρόσωποι, όσο και ιεράρχες, εκπρόσωποι του Κλήρου και της μοναστικής κοινότητας, αναγνωρίζοντας σε αυτήν μια πράξη ιστορικής αποκατάστασης και δικαίωσης, αλλά και την επανασύνδεση πολύτιμων εκκλησιαστικών κειμηλίων στις ιστορικές Μονές τους. Τα κειμήλια επέστρεψαν βάσει του Μνημονίου Κατανόησης που υπεγράφη, στις 29 Σεπτεμβρίου 2026, μεταξύ των Υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας.

Στην ομιλία της η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, ανέφερε: «Αυτή η Συμφωνία μας φέρνει πιο κοντά από ποτέ στη διεκδίκηση και των υπολοίπων. Η επιστροφή τους αναγνωρίζει έμμεσα ιδιοκτησία τους από την Ελλάδα. Ας κρατήσουμε αυτό: Μετά από 109 χρόνια, πέρα από την επιστροφή αυτών των κειμηλίων, η Συμφωνία προβλέπει ότι αυτή είναι η πρώτη φάση, διότι πλέον αυτό το οποίο δεν μπορούσε να γίνει με τρόπο επιστημονικά δεοντολογικό, δηλαδή δικοί μας επιστήμονες να πάνε στα καθιδρύματα και στα μουσεία της Βουλγαρίας, να δουν και να τεκμηριώσουν περαιτέρω έργα, αντικείμενα και χειρόγραφα, τώρα μπορούν να το κάνουν. Δεν είναι εύκολες διαδικασίες, όμως η εντολή του Πρωθυπουργού είναι το Υπουργείο Πολιτισμού να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα τεκμηρίωσης αυτών των κειμηλίων. Και εγώ, εδώ, θέτω το ερώτημα: Ποιος άλλος πέτυχε τον επαναπατρισμό, όλα αυτά τα χρόνια, έστω και ενός από αυτά τα κλεμμένα κειμήλια; Όσα επαναπατρίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια ήταν από την αγορά της τέχνης».

Τα 48 κειμήλια, προερχόμενα από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσης, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, και την Ιερά Μονή Μεταμόρφωσης Σωτήρος Ναούσης, είχαν μεταφερθεί στη Σόφια, το 1917, και εκτίθεντο ή φυλάσσονταν στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας. Από την πλευρά της, η Ελλάδα παρέδωσε στη Βουλγαρία τα λείψανα που ανευρέθηκαν στη Βασιλική του Αγίου Αχίλλειου, το 1965, από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο και που έχουν ταυτοποιηθεί, ως ανήκοντα στον Τσάρο Σαμουήλ της Βουλγαρίας (997-1014), μαζί με το λοιπό ανθρωπολογικό υλικό που βρέθηκε στις συνολικά τέσσερις σαρκοφάγους, εντός της Βασιλικής που πιθανόν συνδέονται με συγγενικά του πρόσωπα. Τα εν λόγω λείψανα φυλάσσονταν τα τελευταία χρόνια στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, στη Θεσσαλονίκη. Η μεταφορά τους στο Υπουργείο Πολιτισμού της Βουλγαρίας συνδέεται με τη σύγχρονη διεθνή πρακτική, η οποία αναγνωρίζει τη σημασία των ανθρώπινων καταλοίπων, όχι μόνο ως αρχαιολογικών ευρημάτων, αλλά και ως στοιχείων πολιτιστικής ταυτότητας, ιστορικής μνήμης και συνέχειας.

Τη φιλοσοφία της έκθεσης και τα εκτιθέμενα αντικείμενα από τις Μονές προέλευσής τους, παρουσίασε η Διευθύντρια του Βυζαντινού Μουσείου Θεσσαλονίκης Φλώρα Καραγιάννη. Η απόδοση των αντικειμένων στις ιστορικές τους εστίες τεκμηριώθηκε με βάση τις επιγραφές που φέρουν τα ίδια τα αντικείμενα, καθώς και τη διαθέσιμη βιβλιογραφία.

Τα αντικείμενα είναι διαφόρων κατηγοριών και καλύπτουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα. Πρόκειται για λειτουργικό εξοπλισμό που προέρχεται, κυρίως, από τα δύο ιστορικά μοναστήρια, τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Εικοσιφοινίσσης. Αποτελείται από εκκλησιαστικά σκεύη, δισκάρια, δισκοπότηρο, λειψανοθήκες, εικόνες, ριπίδια, άμφια, ένας ολόκληρος επισκοπικός θρόνος, μια πύλη και ένα αναλόγιο. Χρονολογικά, ο εξοπλισμός αυτός ανήκει στη μεταβυζαντινή περίοδο, από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα. Πιο συγκεκριμένα, μεταξύ των εξαιρετικών εκθεμάτων περιλαμβάνονται:

Λειτουργικά σκεύη και αντικείμενα λατρείας: Σταυροθήκες, λειψανοθήκες (πολλές εκ των οποίων είναι ενεπίγραφες και αποδίδονται στη Μονή Εικοσιφοινίσσης), σταυροί λιτανείας και αγιασμού, καθώς και ένα δισκοπότηρο. Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα εξαιρετικά ριπίδια από τη Μητρόπολη Σερρών και τη Μονή Τιμίου Προδρόμου με περίκλειστα σμάλτα, καθώς και η εντυπωσιακή ξύλινη θύρα από τον ίδιο ναό.

Φορητές εικόνες και άμφια: Ιερές εικόνες (συμπεριλαμβανομένων των καλυμμάτων/«πουκαμίσων» τους) και σπάνια αρχιερατικά άμφια. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν δύο εξαιρετικά επιγονάτια από τη Μονή Εικοσιφοινίσσης το ένα φέρει επιγραφή που το αποδεικνύει, καθώς και το όνομα της τεχνήτριας Αργυρούς από την Κωνσταντινούπολη.

Έργα αργυροτεχνίας: Εντυπωσιακά, ενυπόγραφα έργα αργυροτεχνίας φιλοτεχνημένα από επώνυμους αργυροχόους από την περιοχή της Ηπείρου και ιδίως από το Λινοτόπι.

Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού φιλοξενεί τα κειμήλια στην αίθουσα περιοδικών εκθέσεων. Μετά τις 5 Νοεμβρίου θα λάβουν τον δρόμο της επιστροφής στις ιστορικές Μονές και στις Εκκλησίες που ανήκουν.

Στην τελετή των εγκαινίων παρέστησαν ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Φιλόθεος, ο Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ.κ. Βαρνάβας, ο Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ.κ. Θεολόγος, ο Επίσκοπος Δομενίκου κ.κ. Αθηναγόρας, ως εκπρόσωπος του Μητροπολίτη Βέροιας, Ναούσης και Καμπανίας, ο Επίσκοπος Αμορίου και Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Βλατάδων κ.κ. Νικηφόρος και εκπρόσωπος του Μητροπολίτη Δράμας, η Ηγουμένη της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Φεβρωνία με τη συνοδεία της και η Ηγουμένη της Ιεράς Μονής Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, Αντωνίνη με τη συνοδεία της. Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο Υφυπουργός Εξωτερικών Τάσος Χατζηβασιλείου, ο Υφυπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Γκιουλέκας, ο Υφυπουργός Ανάπτυξης Σταύρος Καλαφάτης, οι βουλευτές Δημήτρης Κυριαζίδης, Δημήτρης Κούβελας, Φωτεινή Αραμπατζή και Αγγελική Δεληκάρη, ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Στέλιος Αγγελούδης, ο Διοικητής ΑΣΔΗΜ Αντιστράτηγος Γρηγόργης Μπουντιλιάκης.