Das griechische Kulturministerium treibt die Restaurierung und Aufwertung der Hagia Sophia in Drama, dem bedeutendsten byzantinischen Bauwerk der Stadt, voran.
Aktuell – Nach Abschluss der Ausgrabungen, die eine frühere frühchristliche Phase freilegten, werden an ausgewählten Stellen Eingriffe vorgenommen, basierend auf den gewonnenen Erkenntnissen. Ziel ist es, den historischen, religiösen und ästhetischen Wert des Monuments, eines Wahrzeichens der Altstadt von Drama, hervorzuheben. Das Projekt mit einem Budget von 1.084.000 Euro wird aus dem Regionalen Operationellen Programm Ostmakedonien-Thrakien – Nationaler Forschungsrahmenplan 2021–2027 finanziert.
Kulturministerin Lina Mendoni erklärte: „Die Hagia Sophia in Drama ist ein lebendiges Zeugnis der jahrhundertealten Geschichte und spirituellen Ausstrahlung der Stadt. Die Restaurierung und Förderung des Monuments ist nicht nur ein technisches Projekt, sondern ein Akt des Respekts vor dem kulturellen Erbe dieses Ortes. Die erste Phase der archäologischen Ausgrabungen brachte die frühchristliche Phase des Bauwerks ans Licht. Das neue Projekt zielt auf die strukturelle und morphologische Restaurierung der Kirche ab, um ihre Form, wie sie bis ins 19. Jahrhundert erhalten geblieben war, hervorzuheben. Gleichzeitig wird der Schutz und die Förderung eines Monuments von herausragendem historischem, architektonischem und spirituellem Wert für die Stadt und ihre Einwohner gewährleistet. Mit der Umsetzung des Projekts wird die kulturelle Identität der Stadt gestärkt, und ein äußerst bedeutendes Monument wird vollständig für den christlichen Gottesdienst restauriert. Ich danke dem Regionalgouverneur von Ostmakedonien und Thrakien, Christodoulos Topsides, für die Aufnahme des Projekts in den Nationalen Forschungsrahmenplan der Region und für unsere hervorragende Zusammenarbeit.“
In der Stadt Drama sind zahlreiche Denkmäler – sowohl religiöse als auch befestigte – aus der früh- und spätbyzantinischen Zeit sowie nachbyzantinische Bauwerke und osmanische Moscheen erhalten geblieben, die die zeitlose Bedeutung der Stadt in Ostmakedonien belegen. Die Hagia Sophia stammt aus dem 10. Jahrhundert. Sie gilt als Katholikon eines byzantinischen Klosters und ist ein charakteristisches Beispiel für Kuppelkirchenbau sowie ein Zeugnis der Blütezeit Dramas in der mittelbyzantinischen Zeit. Heute dient sie als Pfarrkirche der Metropolie und wird diese Funktion voraussichtlich auch in Zukunft beibehalten.
Die Hagia Sophia durchlief fünf Hauptbauphasen, die ihre heutige Gestalt prägten. In der ersten Phase (4.–5. Jahrhundert) wurde die dreischiffige frühchristliche Basilika gegründet. In der zweiten Phase (9.–10. Jahrhundert) wurde auf den Fundamenten der Basilika eine byzantinische Kuppelkirche errichtet, die den Kern der heutigen Kirche bildet. In der dritten Phase (10.–19. Jahrhundert) wurde die südliche Kapelle, vermutlich eine Grabkapelle, angebaut, und verschiedene Umbauten und Veränderungen zeugen von der kontinuierlichen Nutzung der Kirche. Die vierte Phase (1829–1913) ist durch die Umwandlung der Kirche in eine Moschee gekennzeichnet. Dabei wurden umfangreiche Veränderungen vorgenommen und Elemente, die ihre ursprüngliche Form belegten, zerstört. In der fünften Phase (1913–heute), nach der Wiederherstellung ihrer christlichen Funktion, wurden umfangreiche Instandhaltungs- und Renovierungsarbeiten durchgeführt, die das Bauwerk in seinen heutigen Zustand zurückversetzten.
Der Erhaltungszustand des Denkmals wird dank der kontinuierlichen Instandhaltung im Allgemeinen als zufriedenstellend bewertet. Allerdings zeigen sich durch die Alterung der Materialien, Witterungseinflüsse und spätere Eingriffe Probleme. Der byzantinische Kern weist Risse in den Pfeilern und geringfügige Setzungen auf, jedoch keine Anzeichen von Erdbebenschäden. Die Schäden betreffen hauptsächlich die Ziegel und den Mörtel, die durch Feuchtigkeit und jahrelange Witterungseinflüsse zerfallen sind.
Das Restaurierungsprojekt der Kirche hat zum Ziel, das Denkmal unter Berücksichtigung seiner Besonderheiten zu erhalten und hervorzuheben. Das Projekt umfasst die statische Verstärkung und Instandhaltung, die Entfernung späterer Anbauten, die das Erscheinungsbild des Denkmals verändern, die morphologische Restaurierung der Wände und Öffnungen, die Konservierung der Malereien sowie die umfassende Aufwertung des umliegenden Bereichs mit barrierefreiem Zugang. Gleichzeitig werden die archäologischen Funde der darunterliegenden frühchristlichen Basilika geschützt und hervorgehoben. (opm)

Αποκατάσταση και ανάδειξη του βυζαντινού Ναού της Αγίας Σοφίας στη Δράμα
Στην ολοκλήρωση του έργου της αποκατάστασης και της ανάδειξης του Ναού της Αγίας Σοφίας, στη Δράμα, του σημαντικότερου βυζαντινού μνημείου της πόλης, προχωρά το Υπουργείο Πολιτισμού.
Οι εργασίες, μετά την ολοκλήρωση των ανασκαφικών εργασιών, που αποκάλυψαν παλαιότερη παλαιοχριστιανική φάση, αφορούν επεμβάσεις σε επιλεγμένα σημεία, βάσει των δεδομένων που προέκυψαν από την ανασκαφική διερεύνηση. Στόχος είναι η ανάδειξη της ιστορικής, θρησκευτικής και αισθητικής αξίας του μνημείου, που αποτελεί τοπόσημο του ιστορικού κέντρου της Δράμας. Το έργο, προϋπολογισμού 1.084.000 ευρώ, χρηματοδοτείται από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης -ΕΣΠΑ 2021-2027.
Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε: «Η Αγία Σοφία, στη Δράμα, αποτελεί ζωντανή μαρτυρία της μακραίωνης ιστορίας και της πνευματικής ακτινοβολίας της πόλης. Η αποκατάσταση και ανάδειξη του μνημείου δεν συνιστά απλώς ένα τεχνικό έργο, αλλά μια πράξη σεβασμού στην πολιτιστική κληρονομιά του τόπου. Η πρώτη φάση των αρχαιολογικών ανασκαφικών εργασιών έφερε στο φως την παλαιοχριστιανική φάση του μνημείου. Το νέο έργο στοχεύει στη δομική και μορφολογική αποκατάσταση του Ναού, προκειμένου να αναδειχθεί η μορφή του, όπως είχε διασωθεί έως τον 19ο αι. Συγχρόνως, διασφαλίζεται η προστασία και ανάδειξη ενός μνημείου με ξεχωριστή ιστορική, αρχιτεκτονική και πνευματική αξία για την πόλη και τους κατοίκους της Δράμας. Με την υλοποίηση του έργου ενισχύεται η πολιτιστική ταυτότητα της πόλης, ενώ ένα εξαιρετικά σημαντικό μνημείο αποδίδεται πλήρως αποκατεστημένο στη χριστιανική λατρεία. Ευχαριστώ τον Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Χριστόδουλο Τοψίδη για την ένταξη του έργου στο ΕΣΠΑ της Περιφέρειας και για την άψογη συνεργασία μας».
Στην πόλη της Δράμας διασώζεται ένα σύνολο μνημείων -λατρευτικών και οχυρωματικών- που χρονολογούνται από την πρωτοβυζαντινή έως και την ύστερη βυζαντινή περίοδο, καθώς και μεταβυζαντινά μνημεία και οθωμανικά τεμένη, τα οποία τεκμηριώνουν τη διαχρονική παρουσία και σημασία της πόλης στην Ανατολική Μακεδονία. Ο Ναός της Αγίας Σοφίας χρονολογείται στον 10ο αιώνα. Εικάζεται ότι αποτελούσε το Καθολικό βυζαντινής μονής, και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ναοδομίας με τρούλο και τεκμήριο της ακμής της Δράμας κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Σήμερα, λειτουργεί ως ενοριακός ναός της Μητρόπολης, χρήση που προβλέπεται να διατηρήσει και στο μέλλον.
Ο Ναός της Αγίας Σοφίας πέρασε από πέντε βασικές οικοδομικές περιόδους, οι οποίες διαμόρφωσαν τη σημερινή του μορφή. Την πρώτη περίοδο (4ος–5ος αι.) θεμελιώθηκε η τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική. Στη δεύτερη περίοδο (9ος–10ος αι.) ανεγέρθηκε, στα θεμέλια της βασιλικής, βυζαντινός ναός με τρούλο, που αποτελεί τον πυρήνα του σημερινού Ναού. Την τρίτη περίοδο (10ος–19ος αι.) προστέθηκε το νότιο παρεκκλήσιο, πιθανότατα ταφικό, και πραγματοποιήθηκαν διάφορες επεμβάσεις και διαμορφώσεις που αποδεικνύουν τη συνεχή χρήση του Ναού. Η τέταρτη περίοδος (1829–1913) χαρακτηρίζεται από τη μετατροπή του Ναού σε μουσουλμανικό τέμενος. Έγιναν εκτεταμένες αλλοιώσεις και καταστροφές των στοιχείων που μαρτυρούσαν την αρχική του μορφή. Την πέμπτη περίοδο (1913–σήμερα), μετά την αποκατάσταση της χριστιανικής του λειτουργίας, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και ανακαίνισης, που επανέφεραν το μνημείο στη σημερινή του κατάσταση.
Ως προς την παθολογία, η κατάσταση διατήρησης του μνημείου θεωρείται γενικά ικανοποιητική, χάρη στη συνεχή συντήρηση που πραγματοποιείται. Ωστόσο, εντοπίζονται προβλήματα λόγω γήρανσης των υλικών, των καιρικών συνθηκών και των μεταγενέστερων επεμβάσεων. Ο βυζαντινός πυρήνας παρουσιάζει ρωγμές στους πεσσούς και μικρές καθιζήσεις, χωρίς ενδείξεις σεισμικών ζημιών. Οι φθορές εντοπίζονται κυρίως στις πλίνθους και στα κονιάματα, που έχουν αποσαθρωθεί εξ αιτίας της υγρασίας και της πολυετούς έκθεσης στα καιρικά φαινόμενα.
Το έργο της αποκατάστασης του Ναού στοχεύει στη διάσωση και ανάδειξη του μνημείου, με σεβασμό στις ιδιαιτερότητές του. Το έργο προβλέπει τη στατική ενίσχυση και συντήρηση, την απομάκρυνση νεότερων προσθηκών, που αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία του μνημείου, τη μορφολογική αποκατάσταση των τοιχοποιιών και των ανοιγμάτων, τη συντήρηση του ζωγραφικού διακόσμου και την ολοκληρωμένη ανάδειξη του περιβάλλοντος χώρου, με πρόβλεψη προσβασιμότητας για άτομα με αναπηρία. Παράλληλα, οι επεμβάσεις προβλέπεται να εξασφαλίσουν την προστασία και ανάδειξη των αρχαιολογικών ευρημάτων της υποκείμενης παλαιοχριστιανικής βασιλικής.
