Bei den Ausgrabungen im Palast des Archanes im Jahr 2025 kam eine ungewöhnliche Bauweise der Minoer ans Licht, die sich durch die besondere Sorgfalt auszeichnete, mit der sie ihre Konstruktionen gestalteten, aber letztendlich auch durch ihre technische Intelligenz.
Aktuell/Reisen – Unter der Leitung von Dr. Efi Sapouna-Sakellaraki zielten die archäologischen Forschungen, die 2023 begannen – oder besser gesagt wiederaufgenommen wurden –, darauf ab, das Bild des dreistöckigen Gebäudes des Herrenhauses von Archanes zu vervollständigen, das in der Form, die uns heute bekannt ist, um 1450 v. Chr. florierte.
Die diesjährigen Ausgrabungen konzentrierten sich auf die Untersuchung einer schrägen Doppelmauer, die paradoxerweise einen großen Teil des Palasthofs abschloss und gleichzeitig aufgrund ihrer Verwendung von Rohsteinen nicht sorgfältig errichtet worden war – ein Umstand, der viele Fragen aufwarf. Ziel war es jedoch, durch systematische archäologische Forschung und mithilfe von Experten nachzuweisen, dass ihre Existenz für das Gebäude von großer Bedeutung war, da sie dem Schutz vor Naturkatastrophen und insbesondere vor Felsstürzen des darüber liegenden Gesteins diente. Dies erklärt auch, warum der südliche Teil der Mauer nicht sorgfältig errichtet wurde, da diese Seite nicht sichtbar war.
Die Intelligenz und Erfahrung der minoischen Architekten sowie ihr Geschmack ließen jedoch eine solche Kakophonie nicht zu. Daher bauten sie die zweite Mauer, die an die erste anschloss, sodass sie von der Seite des Palasthofs aus sichtbar war. Diese besonders aufwendig gestaltete und ästhetisch ansprechende Mauer ist aus wunderschön behauenem Kalkstein errichtet, ähnlich dem der übrigen Palastmauern.
Über dieser Mauer wurden die üblichen Schichten der mykenischen Zeit entdeckt, darunter zahlreiche Kyliks und Funde aus historischer Zeit. Belege für die kontinuierliche Nutzung des Raumes sind Funde aus hellenistischer Zeit, wie beispielsweise eine dreipassförmige Oinochoe mit zwei Reliefköpfen (3. Jahrhundert v. Chr.) und ein Tonkopf, der offenbar zu einem Objekt gehörte.
Im südöstlichen Teil der Ausgrabung wurden jedoch ebenfalls bedeutende Entdeckungen gemacht. In einem Bereich (Bereich 28) wurde eine Öffnung vom zentralen Hof zum östlichsten Teil des Palastes entdeckt, der durch Steinplatten in zwei Abschnitte unterteilt ist. Im östlichen Abschnitt wurde ein großer, trapezförmiger Stein mit Stürzen hinzugefügt, der auf eine Brüstung hinweist, die von einer mykenischen Mauer zerstört wurde. Ein Naturstein mit anthropomorphen Merkmalen ist der interessanteste Fund aus diesem Bereich. Das Objekt war von einem oberen Stockwerk gefallen und steht vermutlich im Zusammenhang mit einem Fetischschrein, ähnlich dem von Knossos.
Generell brachten die Ausgrabungen der Jahre 2023 und 2024 bedeutende neue Erkenntnisse zur Funktionsweise des Palastes zutage. Im nördlichsten Teil wurden zwei- und dreigeschossige Räume freigelegt, ein repräsentativer Flügel des Palastes: luxuriöse Gemächer, die durch Korridore miteinander verbunden waren und über zahlreiche Gips-Säulen, Freskenfragmente, verputzte Wände, Schieferböden usw. verfügten. Auch die in fast allen Bereichen des Palastes üblichen, die Bodenplatten umgebenden Trenn- und Dekorfugen wurden in situ gefunden.
Der Palast des Archanes befindet sich im Zentrum der heutigen Stadt, am Standort Tourkogeitonia. Er wurde um 1700 v. Chr. durch ein Erdbeben zerstört, aber wieder aufgebaut und erlebte seine Blütezeit bis 1450 v. Chr., als er endgültig zerstört wurde. Ausgrabungen haben jedoch gezeigt, dass das Gebiet durchgehend besiedelt war.
Sir Arthur Evans erwähnte als Erster Archanes aufgrund wichtiger Funde (heute im Asmolean Museum), die offenbar aus dem minoischen Friedhof von Archanes auf dem Fourni-Hügel stammten, der später von Yannis und Efi Sakellarakis ausgegraben wurde und fünf Gewölbegräber, zahlreiche Grabbauten und Steinkistengräber aus mykenischer Zeit zutage förderte.
In der Stadt selbst hatte Evans bei Ausgrabungen eines kreisförmigen Aquädukts in einem zum Palastgelände gehörenden Bereich die Oberflächen großer Mauern entdeckt. Später jedoch fand Yannis Sakellarakis bei Oberflächenuntersuchungen und der Erforschung der Keller moderner Häuser im Stadtzentrum heraus, dass diese auf massiven minoischen Mauern errichtet waren. Dies war vielen früheren Forschern (wie Marinatos und Plato) entgangen, obwohl sie nach Evans’ berühmtem „Sommerpalast“ im Sinne seiner viktorianischen Vorstellungen suchten. Ihre Forschungen hatten sich, wie sich herausstellte, auf Bereiche außerhalb des Palastgeländes konzentriert.
Die Kartierung aller zuvor genannten Überreste durch Yannis Sakellarakis führte zur Auswahl eines Ortes, der sich als Zentrum des Palastes von Archanes erwies und eine Vielzahl architektonischer und luxuriöser beweglicher Fundstücke barg. Das Archiv und der Theaterraum des Palastes befanden sich in einem benachbarten Bereich.
Die Ausgrabungen für den Zeitraum 2025 wurden von der Archäologischen Gesellschaft durchgeführt, und auch in diesem Jahr war das gleiche bemerkenswerte wissenschaftliche Team daran beteiligt, bestehend aus den Archäologen Dr. Polina Sapouna-Ellis, Dimitris Kokkinakos (MA) und Persephone Xylouris, der Designerin Agapi Ladianou, der Restauratorin Veta Kalyvianaki und dem Fotografen Kostas Maris. Besonders hervorzuheben war der Beitrag von Dr. Charalambos Fasoulas zur Aufklärung der Rolle der „schrägen Mauer“ des Palasthofes.
Die Aufnahme von Zominthos, das von Yannis Sakellarakis in Psiloritis entdeckt und gemeinsam mit Efi Sapouna-Sakellarakis ausgegraben wurde, in die UNESCO-Welterbeliste würdigt nicht nur die Einzigartigkeit dieses Monuments, sondern auch den Wert und die minoische Identität Kretas im Allgemeinen. An der archäologischen Stätte und in der weiteren Umgebung wurden verschiedene Arbeiten und Entwicklungen durchgeführt, darunter die Anlage eines Parkplatzes, eines Wachhauses, von Toiletten und Informationstafeln. Die Aufnahme erfolgte bekanntlich zusammen mit fünf anderen minoischen Palästen: Knossos, Phaistos, Zakros, Malia und Kydonia.
Es sei darauf hingewiesen, dass sowohl in Archanes als auch in Anogia kleine Museen/Informationszentren eingerichtet wurden, die ausschließlich Funde aus den Ausgrabungen von Archanes, Zominthos bzw. Ideos Andros zeigen. (opm)

Ανάκτορο Αρχανών: Οι Μινωίτες το προστάτευαν από τις φυσικές καταστροφές
Μία ανορθόδοξη αρχιτεκτονική πρακτική των Μινωιτών, ασυνήθιστη για την ιδιαίτερη προσοχή που έδειχναν στις κατασκευές τους, αλλά εν τέλει και η απόδειξη της τεχνικής ευφυΐας τους ήρθε στο φως κατά την ανασκαφή, που πραγματοποιήθηκε στο ανάκτορο των Αρχανών για την περίοδο του 2025.
Υπό τη διεύθυνση της δόκτορος Έφης Σαπουνά-Σακελλαράκη η αρχαιολογική έρευνα, που άρχισε –για την ακρίβεια επανεκκίνησε- το 2023 είχε ως στόχο την συμπλήρωση της εικόνας του τριώροφου κτηρίου του μεγάρου των Αρχανών, που άνθησε, στη μορφή που αποκαλύπτεται τώρα ως το 1450 π.Χ..
Στην διερεύνηση ενός λοξού, διπλού τοίχου, που είχε κλείσει μεγάλο τμήμα της αυλής του ανακτόρου κατά παράδοξο τρόπο ενώ παράλληλα δεν είχε επιμελημένη κατασκευή, αφού ήταν φτιαγμένος από ακατέργαστους λίθους, μία συνθήκη δηλαδή, που δημιουργούσε πολλά ερωτηματικά επικεντρώθηκε η φετινή ανασκαφή. Για να αποδειχθεί όμως, από την συστηματική αρχαιολογική έρευνα και με τη βοήθεια ειδικών επιστημόνων, ότι η ύπαρξή του ήταν πολύ σημαντική για το κτήριο, καθώς σκοπός του ήταν η προστασία από φυσικές καταστροφές και ειδικότερα από την κατολίσθηση του βράχου, που υπέρκειται. Αυτός ήταν και ο λόγος, που το νότιο τμήμα του τοίχου δεν ήταν επιμελές, καθώς αυτή η πλευρά του δεν ήταν ορατή.
Ωστόσο, η ευφυΐα και η εμπειρία των μινωιτών αρχιτεκτόνων αλλά και η καλαισθησία τους δεν θα επέτρεπαν την ύπαρξη μιας τέτοιας κακοφωνίας, έτσι προχώρησαν και στην κατασκευή του δεύτερου τοίχου που προσκολλήθηκε στον προηγούμενο ώστε να είναι ορατός από την πλευρά της αυλής του ανακτόρου. Ιδιαίτερα επιμελημένος και ιδιαίτερης αισθητικής αυτός ο τοίχος είναι κατασκευασμένος με ωραία λαξευμένους πωρόλιθους, όμοιους με αυτούς του λοιπού ανακτόρου.
Πάνω από τον τοίχο αυτόν αποκαλύφθηκαν και τα συνήθη στρώματα μυκηναϊκής περιόδου με πλήθος κυλίκων και ευρήματα ιστορικών χρόνων. Χαρακτηριστικά της διαχρονικής χρήσης του χώρου είναι ευρήματα της Ελληνιστικής περιόδου, όπως πχ. τριφυλλόστομη οινοχόη με δύο ανάγλυφες κεφαλές (3ος π.Χ. αιώνας) και μία πήλινη κεφαλή που ήταν προσκολλημένη προφανώς σε κάποιο αντικείμενο.
Σημαντικές αποκαλύψεις όμως υπήρξαν και στο νοτιοανατολικό τμήμα της ανασκαφής, σε έναν χώρο της οποίας (Χώρος 28) αποκαλύφθηκε άνοιγμα από την Κεντρική αυλή προς το ανατολικότερο τμήμα του ανακτόρου ενώ λίθινες πλάκες χωρίζουν τον χώρο αυτό σε δύο τμήματα. Πάνω στις τελευταίες έγινε η προσθήκη ενός μεγάλου τραπεζοειδούς λίθου με τόρμους, που υποδεικνύουν την ύπαρξη κάποιου στηθαίου, το οποίο κατέστρεψε τοίχος μυκηναϊκών χρόνων. Ένας φυσικός λίθος, που φέρει κάποια ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά είναι το ενδιαφέρον εύρημα από αυτόν τον χώρο. Το αντικείμενο είχε πέσει από άνω όροφο και πιθανότατα σχετίζεται με την ύπαρξη ενός „fetish shrine“ (Ιερό των Φετίχ), ανάλογο με αυτό της Κνωσού.
Γενικότερα στην νέα περίοδο των ανασκαφών του 2023 και 2024 υπήρξαν σημαντικά νέα στοιχεία για τη λειτουργία του ανακτόρου. Στο βορειότερο μέχρι στιγμής τμήμα του αποκαλύφθηκαν χώροι διώροφοι και τριώροφοι, μία ελίτ πτέρυγα του ανακτόρου: Πολυτελή δωμάτια, τα οποία επικοινωνούσαν μεταξύ τους με διαδρόμους, με πληθώρα παραστάδων γυψόλιθου, σπαράγματα τοιχογραφιών, τοίχους επενδυμένους με κονίαμα, δάπεδα από σχιστόλιθο κ.λ.π. In situ βρέθηκαν και οι συνήθεις σε όλους σχεδόν τους χώρους του ανακτόρου διαχωριστικές/διακοσμητικές ταινίες κονιάματος, που περιέβαλαν τις πλάκες του δαπέδου.
Το ανάκτορο των Αρχανών βρίσκεται στο κέντρο της σύγχρονης πόλης, στη θέση Τουρκογειτονιά. Είχε καταστραφεί από σεισμό περί το 1700 π.Χ. αλλά ξαναχτίστηκε και άνθησε ως το 1450 π.Χ, όταν επήλθε η τελική καταστροφή του. Οι ανασκαφές έδειξαν όμως, ότι η κατοίκηση στο χώρο ήταν συνεχής.
Πρώτος αναφέρθηκε στις Αρχάνες ο σερ Άρθουρ Έβανς, λόγω σημαντικών ευρημάτων (σήμερα βρίσκονται στο Asmolean museum), που προφανώς προέρχονταν από το μινωικό νεκροταφείο των Αρχανών στο λόφο Φουρνί, το οποίο ανασκάφηκε αργότερα από τους Γιάννη και Έφη Σακελλαράκη και το οποίο απέδωσε πέντε θολωτούς τάφους, πολλά ταφικά κτήρια και κιβωτιόσχημους τάφους της Μυκηναϊκής περιόδου.
Στην ίδια την κωμόπολη ο Έβανς είχε παρατηρήσει επιφάνειες μεγάλων τοίχων ενώ ανέσκαψε ένα κυκλικό υδραγωγείο σε περιοχή, που εντάσσεται στο ανάκτορο. Στη συνέχεια ωστόσο, ο Γιάννης Σακελλαράκης διενεργώντας επιφανειακή έρευνα και ερευνώντας τα υπόγεια των σύγχρονων οικιών στο κέντρο της κωμόπολης ανακάλυψε, ότι ήταν θεμελιωμένες πάνω σε ισχυρούς μινωικούς τοίχους. Κάτι το οποίο πολλοί προηγούμενοι ερευνητές (όπως Μαρινάτος και Πλάτων) δεν είχαν εντοπίσει, αν και αναζητούσαν το περίφημο «θερινό ανάκτορο» του Έβανς, σύμφωνα με τις βικτωριανές αντιλήψεις του. Οι ίδιοι είχαν στραφεί, όσον αφορά τις έρευνές τους σε σημεία, όπως αποδείχθηκε, εκτός της περιοχής του ανακτόρου.
Η χαρτογράφηση όμως, όλων των προαναφερθέντων καταλοίπων από το Γιάννη Σακελλαράκη οδήγησε στην επιλογή χώρου, όπου αποδείχθηκε, ότι βρισκόταν το κέντρο του ανακτόρου των Αρχανών, το οποίο απέδωσε πλήθος αρχιτεκτονικών και πολυτελών κινητών ευρημάτων. Σε γειτονική άλλωστε περιοχή βρέθηκε το αρχείο και ο θεατρικός χώρος του ανακτόρου.
Η ανασκαφή για την περίοδο του 2025 πραγματοποιήθηκε από την Αρχαιολογική Εταιρεία και σ΄ αυτήν έλαβε και φέτος μέρος το ίδιο αξιόλογο επιστημονικό προσωπικό, αποτελούμενο από τους αρχαιολόγους δρα Πολίνα Σαπουνά-Έλλις, Δημήτρη Κοκκινάκο (MA) και Περσεφόνη Ξυλούρη, τη σχεδιάστρια Αγάπη Λαδιανού, τη συντηρήτρια αρχαιοτήτων Βέτα Καλυβιανάκη και το φωτογράφο Κώστα Μαρή ενώ ιδιαίτερη ήταν η συμβολή του δρος Χαράλαμπου Φασουλά στην αποσαφήνιση του ρόλου του «λοξού τοίχου» της αυλής του ανακτόρου.
Η ένταξη της Ζωμίνθου εξάλλου, την οποία ανακάλυψε στον Ψηλορείτη ο Γιάννης Σακελλαράκης και ανέσκαψε με την Έφη Σαπουνά-Σακελλαράκη, στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO συνιστά μία αναγνώριση όχι μόνο της μοναδικότητας αυτού του μνημείου αλλά γενικότερα της αξίας και της μινωικής ταυτότητας της Κρήτης. Στον αρχαιολογικό χώρο και στην ευρύτερη περιοχή έγιναν εργασίες και διαμορφώσεις, όπως η δημιουργία χώρου στάθμευσης οχημάτων, φυλάκιο, τουαλέτες, ενημερωτικές πινακίδες κ.ά. Η ένταξη έγινε ως γνωστόν, μαζί με άλλα πέντε μινωικά ανάκτορα Κνωσό, Φαιστό, Ζάκρο, Μάλια και Κυδωνία.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι τόσο στις Αρχάνες όσο και στα Ανώγεια έχουν δημιουργεί μικρά μουσεία/κέντρα πληροφόρησης, αποκλειστικά με ευρήματα από τις ανασκαφές αντίστοιχα των Αρχανών, της Ζωμίνθου και Ιδαίου Άντρου.





